présomption
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| présomption | présomptions |
présomption (fr) θηλυκό
- η υπόθεση
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| présomption | présomptions |
présomption (fr) θηλυκό