predikato
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- predikato < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | predikato | predikatoj |
| αιτιατική | predikaton | predikatojn |
predikato (eo)
- (γραμματική) το κατηγόρημα