probabilisme
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| probabilisme | probabilismes |
probabilisme (fr) αρσενικό
- (φιλοσοφία) θεωρία σύμφωνα με την οποία ο ανθρώπινος νους μπορεί να φτάσει μόνο σε πιθανότητες κι όχι σε βεβαιότητες
[
]
- → δείτε τη λέξη: probable