radikala
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | radikala | radikalaj |
| αιτιατική | radikalan | radikalajn |
radikala (eo)