recline
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
recline (en)
- (μεταβατικό) ξαπλώνω κάτι, το πλαγιάζω προς τα πίσω
- (μεταβατικό) ακουμπώ κάτι σε θέση ανάπαυσης
- She reclined her arms on the table and sighed.
- (αμετάβατο) γέρνω προς τα πίσω, ξαπλώνω
- Look this sofa, it reclines!
- (αμετάβατο) παίρνω θέση ανάπαυσης