rempart

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
rempart remparts

rempart (fr) αρσενικό

  1. τείχος
  2. (στον πληθυντικό) περιοχή μιας πόλης ανάμεσα στα τείχη της και τις πιο κοντινές κατοικίες