renvoi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
renvoi renvois

renvoi (fr) αρσενικό

  1. απόλυση
    le directeur a décidé le renvoi immédiat de l'employé responsable
    ο διευθυντής αποφάσισε την άμεση απόλυση του υπεύθυνου εργαζόμενου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]