séparation
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| séparation | séparations |
séparation (fr) θηλυκό
- ο διαχωρισμός, η διάσπαση
-
συνώνυμα: désagrégation, disjonction, dislocation, dispersion- → δείτε τη λέξη: dis-
-
- (για πρόσωπα) ο χωρισμός
- το χώρισμα
- (μεταφορικά) η διαφοροποίηση