sagittaire
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| sagittaire | sagittaires |
sagittaire (fr) αρσενικό
- (παρωχημένο) τοξότης, κυρίως στο ρωμαϊκό στρατό