specific
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
specific (en)
- ειδικός, συγκεκριμένος
- ιδιαίτερος
- we inherited a specific civilization - κληρονομήσαμε έναν ιδιαίτερο πολιτισμό