stumble
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
stumble (en)
- σκοντάφτω
- John stumbled over a rock and fell
- προχωρώ χωρίς σταθερά βήματα (πχ όπως μέσα στο σκοτάδι)
- κάνω λάθος (πχ ενώ μιλάω ή παίζοντας ένα μουσικό κομμάτι κλπ) και σταματώ