taro
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo)
Ετυμολογία
- taro < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | taro | taroj |
| αιτιατική | taron | tarojn |
taro (eo)
- η τάρα
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | taro | taroj |
| αιτιατική | taron | tarojn |
taro (eo)