Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /θwɔː(r)t/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Από τη μέση αγγλική thwerten, thwarten

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

thwart (en)

  1. (μεταβατικό) αποτρέπω, σταματώ κάποιον από μια ενέργεια, ανατρέπω τα σχέδιά του
    The police thwarted the would-be assassin.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

thwart (en)

  1. (ναυτικός όρος) A brace, perpendicular to the keel, that helps maintain the beam (breadth) of a marine vessel against external water pressure and that may serve to support the rail.
    • A well made doughout canoe rarely needs a thwart.
  2. (ναυτικός όρος) το κάθισμα που είναι ενσωματωμένο σε μια βάρκα
    The fisherman sat on the aft thwart to row.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []