tréma

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

tréma < points tremaz < αρχαία ελληνική τρῆμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
tréma trémas

tréma (fr) αρσενικό

  1. τα διαλυτικά, σημείο στίξεως που δείχνει ότι το φωνήεν που προηγείται προφέρεται ξεχωριστά
    maïs et mosaïque s'écrivent avec un i tréma
    maïs και mosaïque γράφονται με διαλυτικά πάνω στο i