tracteur
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| tracteur | tracteurs |
tracteur (fr) αρσενικό
- ο ελκυστήρας, το τρακτέρ
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| tracteur | tracteurs |
tracteur (fr) αρσενικό