transitiva
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- transitiva < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | transitiva | transitivaj |
| αιτιατική | transitivan | transitivajn |
transitiva (eo)