utility
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
utility (en)
- η χρησιμότητα
- κάτι χρήσιμο
- οργανισμός κοινής ωφέλειας
- (πληροφορική) εφαρμογή που κάνει κάτι συγκεκριμένο σχετικά με τη διατήρηση του λειτουργικού συστήματος σε καλή κατάσταση