vestige
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
vestige (en)
- το ίχνος που αφήνει το πόδι πάνω στο έδαφος
- [[κατάλοιπο], απομεινάρι, ίχνος (ορατό σημάδι ή ένδειξη από κάτι που δεν υπάρχε πια)
- the vestiges of an ancient civilization
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| vestige | vestiges |
vestige (fr) αρσενικό
- το απομεινάρι, το λείψανο, ο σκελετός οικοδομήματος
- το ίχνος ποδιού, η πατημασιά