σκελετός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκελετός σκελετοί
γενική σκελετού σκελετών
αιτιατική σκελετό σκελετούς
κλητική σκελετέ σκελετοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκελετός < ελληνιστική κοινή σκελετός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /scɛ.lɛ.ˈtɔs/
ανθρώπινος σκελετός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκελετός αρσενικό

  1. το σύνολο των οστών ενός οργανισμού, ιδιαίτερα όταν μετά το θάνατο έχουν αποσυντεθεί όλα τα μαλακά μόρια και έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα οστά
    βρέθηκε σε ανασκαφές ο σκελετός ενός δεινόσαυρου
  2. ένας πολύ αδύνατος άνθρωπος
  3. ο φέρων οργανισμός (από οπλισμένο σκυρόδεμα ή σίδερο ή άλλο υλικό) ενός κτηρίου ή άλλης κατασκευής, οποιοδήποτε υποσύστημα παρέχει εσωτερική υποστήριξη στα υπόλοιπα μέρη ενός μεγαλύτερου συνόλου
  4. το σχεδιάγραμμα με τις κύριες ιδέες και τη διάρθρωση ενός κειμένου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]