virement
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| virement | virements |
virement (fr) αρσενικό
- το έμβασμα
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| virement | virements |
virement (fr) αρσενικό