Μετάβαση στο περιεχόμενο

échalas

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
échalas échalass

échalas (fr) αρσενικό

  1. ο στύλος για την υποστήριξη νεαρού δενδρυλλίου
  2. ο ψηλολέλεκας