środek

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɕrɔdɛk/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

środek (pl) αρσενικό

  1. το μέσον με τις έννοιες:
  2. το εσωτερικό χώρου

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]