Μετάβαση στο περιεχόμενο

ŝveli

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ŝveli < ŝvel- + -i
ρήμα ŝveli
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ŝvelas ŝvelanta ŝvelata
αόριστος ŝvelis ŝvelinta ŝvelita
μέλλοντας ŝvelos ŝvelonta ŝvelota
υποθετική ŝvelus - -
προστακτική ŝvelu - -

ŝveli (eo)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

sxveli, shveli, s'veli