πρήζομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρήζομαι: παθητική φωνή του ρήματος πρήζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πρήζομαι

  1. (για μέρος, για όργανο ή για το σύνολο ζωντανού οργανισμού) αυξάνω τον όγκο μου.
    έχω κάποια ασθένεια και κάθε φορά που τρώω γαλακτοκομικά πρήζεται η κοιλιά μου.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]