Μετάβαση στο περιεχόμενο

Άγιον Όρος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το Άγιον Όρος
      γενική του Αγίου Όρους
    αιτιατική το Άγιον Όρος
     κλητική Άγιον Όρος
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η θέση του Αγίου Όρους στην Ελλάδα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Άγιον Όρος <  δείτε τις λέξεις άγιος και όρος Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.ʝi.on ˈo.ɾos/

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Άγιον Όρος ενικός

  1. η ανατολική χερσόνησος της Χαλκιδικής στην Ελλάδα
  2. (χριστιανισμός) η επ΄ αυτής ομώνυμη αυτοδιοικούμενη μοναστική πολιτεία, αποτελούμενη από είκοσι μοναστήρια ή Μονές, καταλαμβάνοντας όλη την έκταση της χερσονήσου.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • άγιος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)