Άκρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- Άκρα < γενική ενικού του αρσενικού Άκρας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Άκρα θηλυκό (αρσενικό Άκρας)
Μεταγραφές
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- Άκρα < (άμεσο δάνειο) εβραϊκή עַכּוֹ (Ákko).
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Άκρα θηλυκό