Ίτζκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ίτζκα < γενική ενικού του αρσενικού Ίτζκας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ίτζκα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Ίτζκας)
Ίτζκα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Ίτζκας)