Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αἰήτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Αιήτης

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Αἰήτης
      γενική τοῦ Αἰήτου
      δοτική τῷ Αἰήτ
    αιτιατική τὸν Αἰήτην
     κλητική ! Αἰῆτ
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
επική κλίση
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Αἰήτης
      γενική τοῦ/τοῖο Αἰήτᾱο, Αἰήτεω, Αἰήτω
      δοτική τῷ Αἰήτ
    αιτιατική τὸν Αἰήτην
     κλητική ! Αἰῆτ
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Αἰήτης < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *Aiwā́tās. Πιθανώς συνδέεται με το αἰητός[1]. Παραβάλετε μυκηναϊκή 𐁁𐀷𐀲 (a3-wa-ta)[2] και την γλώσσα του Ησυχίου αἰῆται «ἄνεμοι».

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ai̯.ɛ̌ːtɛːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Αἰήτης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αἰήτης, -ου αρσενικό (ιωνικός, επικός και αττικός τύπος)

  1. ανδρικό όνομα
  2. (ελληνική μυθολογία) ο Αιήτης, γιος του θεού Ηλίου και της Ωκεανίδος Περσηίδος, πατέρας της Μήδειας, αδελφός της Κίρκης και βασιλιάς της Κολχίδας
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 10 (κ. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Αἴολον, Λαιστρυγόνας καὶ Κίρκην.), στίχ. 137 (135-139)
    Αἰαίην δ' ἐς νῆσον ἀφικόμεθ'· ἔνθα δ' ἔναιε | Κίρκη ἐϋπλόκαμος, δεινὴ θεὸς αὐδήεσσα, | αὐτοκασιγνήτη ὀλοόφρονος Αἰήταο· | ἄμφω δ' ἐκγεγάτην φαεσιμβρότου Ἠελίοιο | μητρός τ' ἐκ Πέρσης, τὴν Ὠκεανὸς τέκε παῖδα.
    Κάποτε φτάσαμε σ᾽ ένα νησί, την Αία, το κατοικούσε η Κίρκη, | δαιμονική θεά, ωραίες πλεξούδες, ανθρώπινη μιλιά, | αυταδελφή του Αιήτη, που ο νους του πάντα στο κακό. | Ήταν κι οι δυο τους γεννημένοι από τον Ήλιο, οπού χαρίζει στους θνητούς το φως· | μάνα τους είχανε την Πέρση, του Ωκεανού τη θυγατέρα.
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, Θεογονία, 957 (956-962)
    Ἠελίῳ δ᾽ ἀκάμαντι τέκε κλυτὸς Ὠκεανίνη | Περσηὶς Κίρκην τε καὶ Αἰήτην βασιλῆα. | Αἰήτης δ᾽ υἱὸς | φαεσιμβρότου Ἠελίοιο | κούρην Ὠκεανοῖο τελήεντος ποταμοῖο | γῆμε θεῶν βουλῇσιν, Ἰδυῖαν καλλιπάρηον· | ἣ δή οἱ Μήδειαν ἐύσφυρον ἐν φιλότητι | γείναθ᾽ ὑποδμηθεῖσα διὰ χρυσῆν Ἀφροδίτην.
    Στον Ήλιο τον ακάματο του Ωκεανού η κόρη η ξακουστή, | η Περσηίς, του γέννησε την Κίρκη και το βασιλιά Αιήτη. | Ο Αιήτης, ο γιος του Ήλιου, του φωτοδότη των θνητών, | την κόρη του Ωκεανού, του τέλειου ποταμού, | την Ιδυία με τα ωραία μάγουλα, παντρεύτηκε με των θεών τη βούληση. | Κι αυτή τη Μήδεια τού γέννησε με τους ωραίους αστραγάλους, | αφού νικήθηκε απ᾽ τον έρωτα χάρη στην Αφροδίτη τη χρυσή.
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, Θεογονία, 992 (992-996)
    κούρην δ᾽ Αἰήταο διοτρεφέος βασιλῆος | Αἰσονίδης βουλῇσι θεῶν αἰειγενετάων | ἦγε παρ᾽ Αἰήτεω, τελέσας στονόεντας ἀέθλους, | τοὺς πολλοὺς ἐπέτελλε μέγας βασιλεὺς ὑπερήνωρ, | ὑβριστὴς Πελίης καὶ ἀτάσθαλος, ὀβριμοεργός.
    Την κόρη του Αιήτη, του θεόθρεφτου του βασιλιά, | ο γιος του Αίσονα με των αιώνιων θεών τη βούληση | την πήρε απ᾽ τον Αιήτη, αφού επιτέλεσε άθλους πολυστέναχτους, | που άφθονους τους διέταξε ο υπερόπτης μέγας βασιλιάς, | ο υβριστής Πελίας, ο ανόσιος κακούργος.
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
  3. άλλος βασιλιάς της Κολχίδας
    χρειάζεται παράδειγμα
  4. ο «Αἰήτης Κειριάδης», Αθηναίος πολέμαρχος έως το 340 π.Χ.
    χρειάζεται παράδειγμα
  5. άλλο όνομα για Καιήτη
    χρειάζεται παράδειγμα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Αἰήτης (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: Αιήτης
λατινικά: Aeētēs

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Yarnall, Judith (1 Ιανουαρίου 1994) Transformations of Circe: The History of an Enchantress, Εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Ιλινόι, →ISBN 0252063562, ανακτήθηκε στις 15. 7. 2025, σελ. 28
  2. Αἰήτης -  Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).