Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αἴθαλος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Αἴθαλος < αἴθαλος. Ομόρριζη της μυκηναϊκή 𐁁𐀲𐀫 (ai-ta-ro)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αἴθαλος αρσενικό (θηλυκό Αἰθάλη)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • Αἴθαλος - Trismegistos People, βάση ονομάτων μη βασιλικών προσώπων που αναφέρονται ως κάτοικοι της Αιγύπτου μεταξύ του 800 π.Χ. και του 800 μ.Χ., KU Leuven