Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βάβουλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βάβουλα < γενική ενικού του αρσενικού Βάβουλας

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈva.vu.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βάβουλα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βάβουλα θηλυκό άκλιτο

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βάβουλας
  2. συνοικία του Πειραιά

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος

[επεξεργασία]

Βάβουλα αρσενικό