Διόπαις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | Διόπαις | οἱ | Διόπαιδες |
| γενική | τοῦ | Διόπαιδος | τῶν | Διοπαίδων |
| δοτική | τῷ | Διόπαιδᾰ | τοῖς | Διόπαισῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν | Διόπαιδα | τοὺς | Διόπαιδᾰς |
| κλητική ὦ! | Διόπαι | Διόπαιδες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | Διόπαιδε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | Διοπαίδοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ἄπαις' όπως «ἄπαις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Διόπαις αρσενικό
- (άπαξ λεγόμενον) ανδρικό όνομα, παιδί του Δία, χαρακτηρισμός του Απόλλωνα σε επίγραμμα
- ※ Ὑμνέωμεν Παιᾶνα, μέγαν θεὸν Ἀπόλλωνα, ἄμβροτον, .... γλυκύθυμον,. Διογενῆ, Διόπαιδα (Ύμνος εις Απόλλωνα, Ελληνική Ανθολογία 9, 525 )
Πηγές
[επεξεργασία]- Διόπαις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ἄπαις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄπαις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄπαις' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (αρχαία ελληνικά)
- Άπαξ λεγόμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ανδρικά ονόματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)