Μετάβαση στο περιεχόμενο

Διόπαις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Διόπαις οἱ Διόπαιδες
      γενική τοῦ Διόπαιδος τῶν Διοπαίδων
      δοτική τῷ Διόπαιδ τοῖς Διόπαισῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Διόπαιδα τοὺς Διόπαιδᾰς
     κλητική ! Διόπαι Διόπαιδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Διόπαιδε
γεν-δοτ τοῖν  Διοπαίδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἄπαις' όπως «ἄπαις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Διόπαις < Διό(ς) + παῖς (παιδί του Δία)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Διόπαις αρσενικό

  • (άπαξ λεγόμενον) ανδρικό όνομα, παιδί του Δία, χαρακτηρισμός του Απόλλωνα σε επίγραμμα
      Ὑμνέωμεν Παιᾶνα, μέγαν θεὸν Ἀπόλλωνα, ἄμβροτον, .... γλυκύθυμον,. Διογενῆ, Διόπαιδα (Ύμνος εις Απόλλωνα, Ελληνική Ανθολογία 9, 525 )