Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δόμνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δόμνα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή Δόμνα[1]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δόμνα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Δόμν αἱ Δόμναι
      γενική τῆς Δόμνης τῶν Δομνῶν
      δοτική τῇ Δόμν ταῖς Δόμναις
    αιτιατική τὴν Δόμνᾰν τὰς Δόμνᾱς
     κλητική ! Δόμν Δόμναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Δόμν
γεν-δοτ τοῖν  Δόμναιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δόμνα (ελληνιστική κοινή) < (άμεσο δάνειο) υστερολατινική Domna < λατινική dοmina (κυρία), θηλυκό του λατινική dominus (κύριος).  δείτε : Αντίστοιχος σχηματισμός ονόματος Δέσποινα.[1]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δόμνα, -ης θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  • γυναικείο όνομα
      3ος κε αιώνας, Επιγραφή από τη Δούρα Ευρωπός της Συρίας. SEG 7:332. στίχ. 1 (1-6) @epigraphy.packhum.org
    Ἰουλίαν Δόμναν
    Αὐγοῦσταν τὴν μητέρα
    συνκλήτου καὶ τῶν
    ἱερῶν στρατευμάτων
    Αὐρηλ(ιανῶν) Ἀντωνινιανῶν
    Εὐρωπαίων ἡ βουλή.
      5ος κε αιώνας, Επιγραφή από τη Serjilla της Συρίας. IGLSyr 4 1490. στίχ. 4 (1-6) @epigraphy.packhum.org
    Ἰουλιανὸς
       μὲν ἔτευξεν,
     χάριν δ’ ἔχι ἅπασα
    κώμη, Δόμνηι σὺν ἀλόχῳ κ-
    αὶ ἄσπετον ὤπασεν ὄλβον,
       πάτρην κυδαίνων·

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.