Μετάβαση στο περιεχόμενο

Εὐθυκλῆς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ευθυκλής

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Εὐθυκλῆς οἱ Εὐθυκλεῖς
      γενική τοῦ Εὐθυκλέους τῶν Εὐθυκλέων
      δοτική τῷ Εὐθυκλεῖ τοῖς
    αιτιατική τὸν Εὐθυκλέα
  & σπανίως > Εὐθυκλ
τοὺς Εὐθυκλεῖς
     κλητική ! Εὐθύκλεις Εὐθυκλεῖς
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ 
γεν-δοτ τοῖν 
Μόνο συνηρημένο.
3η κλίση, ομάδα 'Περικλέης Περικλῆς', Κατηγορία 'Περικλῆς' όπως «Περικλῆς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Εὐθυκλῆς < εὐθυ- + -κλῆς (< εὐθύς + κλέος)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Εὐθυκλῆς, -έους αρσενικό