Μετάβαση στο περιεχόμενο

Θίσβη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Θίσβη
      γενική της Θίσβης
    αιτιατική τη Θίσβη
     κλητική Θίσβη
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Θίσβη < αρχαία ελληνική Θίσβη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθi.zvi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Θίσβη

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Θίσβη θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (μυθολογία) όνομα νύμφης
  2. αρχαία πόλη της Βοιωτίας
  3. χωριό της Βοιωτίας
     συνώνυμα: Κακόσι (πρώην ονομασία)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Θίσβη
      γενική τῆς Θίσβης
      δοτική τῇ Θίσβ
    αιτιατική τὴν Θίσβην
     κλητική ! Θίσβη
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Θίσβη < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Θίσβη θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (μυθολογία) όνομα νύμφης
  2. πόλη της Βοιωτίας