Κιθαιρών
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | Κιθαιρών | οἱ | Κιθαιρῶνες |
| γενική | τοῦ | Κιθαιρῶνος | τῶν | Κιθαιρώνων |
| δοτική | τῷ | Κιθαιρῶνῐ | τοῖς | Κιθαιρῶσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν | Κιθαιρῶνᾰ | τοὺς | Κιθαιρῶνᾰς |
| κλητική ὦ! | Κιθαιρών | Κιθαιρῶνες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | Κιθαιρῶνε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | Κιθαιρώνοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'χειμών' όπως «χειμών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κιθαιρών < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κιθαιρών αρσενικό
- βουνό της Ελλάδας, ο Κιθαιρώνας
- ανδρικό όνομα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- Κιθαιρών - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- P. M. Fraser and E. Matthews 1987 Lexicon of Greek Personal Names. Vol. I: The Aegean Islands. Cyprus. Cyrenaica, Oxford: Oxford University Press
- M. J. Osborne and S. G. Byrne 1994 Lexicon of Greek Personal Names. Vol. II: Attica, Oxford: Oxford University Press.
- P. M. Fraser and E. Matthews 1997 Lexicon of Greek Personal Names. Vol. III.A: The Peloponnese. Western Greece. Sicily. Magna Graecia, Oxford: Oxford University Press
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'χειμών' (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'χειμών' (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'χειμών' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (αρχαία ελληνικά)
- Βουνά της Ελλάδας (αρχαία ελληνικά)
- Βουνά (αρχαία ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Ελλάδας (αρχαία ελληνικά)
- Τοπωνύμια (αρχαία ελληνικά)
- Ανδρικά ονόματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)