Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κιθαιρών

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Κιθαιρών οἱ Κιθαιρῶνες
      γενική τοῦ Κιθαιρῶνος τῶν Κιθαιρώνων
      δοτική τῷ Κιθαιρῶν τοῖς Κιθαιρῶσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Κιθαιρῶν τοὺς Κιθαιρῶνᾰς
     κλητική ! Κιθαιρών Κιθαιρῶνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Κιθαιρῶνε
γεν-δοτ τοῖν  Κιθαιρώνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'χειμών' όπως «χειμών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κιθαιρών < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κιθαιρών αρσενικό

  1. βουνό της Ελλάδας, ο Κιθαιρώνας
  2. ανδρικό όνομα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]