Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κλεοφῶν

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Κλεοφῶν
      γενική τοῦ Κλεοφῶντος
      δοτική τῷ Κλεοφῶντ
    αιτιατική τὸν Κλεοφῶντ
     κλητική ! Κλεοφῶν
3η κλίση, Κατηγορία 'Ξενοφῶν' όπως «Ξενοφῶν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κλεοφῶν < κλέος + -φῶν

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κλεοφῶν αρσενικό