Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύθηρος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / Κύθηρος οἱ/αἱ Κύθηροι
      γενική τοῦ/τῆς Κυθήρου τῶν Κυθήρων
      δοτική τῷ/τῇ Κυθήρ τοῖς/ταῖς Κυθήροις
    αιτιατική τὸν/τὴν Κύθηρον τοὺς/τὰς Κυθήρους
     κλητική ! Κύθηρε Κύθηροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Κυθήρω
γεν-δοτ τοῖν  Κυθήροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμηλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Κύθηρος < πιθανόν φοινικικής ρίζας ή από το ρήμα κεύθω (κρύπτω)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κύθηρος, -ου αρσενικό ή θηλυκό

  1. (αρσενικό) ποταμός στην Πελοπόννησο
  2. (ελληνική μυθολογία) ο πιθανολογούμενος μυθικός γενάρχης των Κυθηρίων, προερχόμενος από τη Φοινίκη
  3. (αρσενικό ή θηλυκό) δήμος των Αθηνών
  4. ανδρικό όνομα [1]
      Ξυνελάμβανε δε αυτή των διαβολών και οικέτης του πρεσβύτου μάγειρος, η επωνυμία Κύθηρος , υποθωπεύων, ώσπερ εν δράματι, τον δεσπότης και τοιαυτί λέγων (Φλαυίου Φιλοστράτου βίοι σοφιστών, J.C.B. Mohr, 1838, σελ. 31 )

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. John S. Traill, Persons of Ancient Athens: K- to Kōphos, Athenians, 1994