Λεωνάρδου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Λεωνάρδου < γενική ενικού του αρσενικού Λεωνάρδος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Λεωνάρδου θηλυκό (αρσενικό Λεωνάρδος)
Λεωνάρδου θηλυκό (αρσενικό Λεωνάρδος)