Μάγιου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μάγιου < γενική ενικού του αρσενικού Μάγιος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μάγιου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Μάγιος)
Μάγιου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Μάγιος)