Μπαχάρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μπαχάρα < γενική ενικού του αρσενικού Μπαχάρας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μπαχάρα θηλυκό (αρσενικό Μπαχάρας)
Μπαχάρα θηλυκό (αρσενικό Μπαχάρας)