Μετάβαση στο περιεχόμενο

Νάτσιας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Νάτσιας οι Νάτσιες
& Νατσιέηδες
      γενική του Νάτσια των
Νατσιέηδων
    αιτιατική τον Νάτσια τους Νάτσιες
& Νατσιέηδες
     κλητική Νάτσια Νάτσιες
& Νατσιέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Νάτσιας < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Νάτσιας αρσενικό (θηλυκό Νάτσια)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]