Μετάβαση στο περιεχόμενο

Νεῖλος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: νεῖλος, Νείλος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Νεῖλος
      γενική τοῦ Νείλου
      δοτική τῷ Νείλ
    αιτιατική τὸν Νεῖλον
     κλητική ! Νεῖλε
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Νεῖλος < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Νεῖλος, -ου αρσενικό

  1. ποταμός της Αιγύπτου που αναφέρεται πρώτα στον Ηρόδοτο που χαρακτηρίζει την Αίγυπτο «δώρο του ποταμού»
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 5
    ὅστις γε σύνεσιν ἔχει, ὅτι Αἴγυπτος, ἐς τὴν Ἕλληνες ναυτίλλονται, ἐστὶ Αἰγυπτίοισι ἐπίκτητός τε γῆ καὶ δῶρον τοῦ ποταμοῦ
    λείπει η μετάφραση
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 17.3
    ὁ γὰρ δὴ Νεῖλος ἀρξάμενος ἐκ τῶν Καταδούπων ῥέει μέσην Αἴγυπτον σχίζων ἐς θάλασσαν. μέχρι μέν νυν Κερκασώρου πόλιος ῥέει εἷς ἐὼν ὁ Νεῖλος, τὸ δὲ ἀπὸ ταύτης τῆς πόλιος σχίζεται τριφασίας ὁδούς
    λείπει η μετάφραση
    στον Όμηρο ονομάζεται: Αἴγυπτος
  2. ανδρικό όνομα

Συγγενικά

[επεξεργασία]