Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ντίσιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ντίσιος < τουρκική diş (δόντι) + -ιος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ντίσιος αρσενικό (θηλυκό Ντίσιου)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]
  • Ντίσιος σελ.86 -  Δαλακούρα, Παναγιώτα. (2020), Τα επώνυμα της Καβάλας. Γλωσσολογική προσέγγιση. Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. DOI, pdf.