Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ξαφένια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ksaˈfe.ɲa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ξαφένια

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Ξαφένια οι Ξαφένιες
      γενική της Ξαφένιας των Ξαφενιών
    αιτιατική την Ξαφένια τις Ξαφένιες
     κλητική Ξαφένια Ξαφένιες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ξαφένια < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ξαφένια θηλυκό

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Ξαφένια < γενική ενικού του αρσενικού Ξαφένιας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ξαφένια θηλυκό άκλιτο

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος

[επεξεργασία]

Ξαφένια αρσενικό