Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ραλίτσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Ραλίτσα οι Ραλίτσες
      γενική της Ραλίτσας
    αιτιατική τη Ραλίτσα τις Ραλίτσες
     κλητική Ραλίτσα Ραλίτσες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ραλίτσα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɾaˈli.t͡sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ραλίτσα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ραλίτσα θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ραλίτσας)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]