Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σίνδος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Σίνδος
      γενική της Σίνδου
    αιτιατική τη Σίνδο
     κλητική Σίνδε
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σίνδος < αρχαία ελληνική Σίνδος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsin.ðos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : Σίν‐δος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σίνδος (el) θηλυκό, μόνο στον ενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ/ἡ Σίνδος οἱ/αἱ Σίνδοι
      γενική τοῦ/τῆς Σίνδου τῶν Σίνδων
      δοτική τῷ/τῇ Σίνδῳ τοῖς/ταῖς Σίνδοις
    αιτιατική τὸν/τὴν Σίνδον τοὺς/τὰς Σίνδους
     κλητική ὦ! Σίνδε Σίνδοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Σίνδω
γεν-δοτ τοῖν  Σίνδοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «ἵππος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σίνδος < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σίνδος θηλυκό

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σίνδος αρσενικό