Τσάκωνες
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | οι | Τσάκωνες | ||
| γενική | των | Τσακώνων | ||
| αιτιατική | τους | Τσάκωνες | ||
| κλητική | Τσάκωνες | |||
| Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσάκωνες < πληθυντικός αριθμός του Τσάκωνας
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈt͡sa.ko.nes/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Τσά‐κω‐νες
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσάκωνες αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό
- (παρωχημένο) χωριό της Πέλλας, προηγούμενη ονομασία των Τσάκων[1]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος
[επεξεργασία]Τσάκωνες αρσενικό
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τσάκωνας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Χωριά της Πέλλας (νέα ελληνικά)
- Χωριά (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Πέλλας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι κυρίων ονομάτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)