άγαρμπων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

άγαρμπων

  1. άγαρμπος, στη γενική του πληθυντικού
  2. άγαρμπη, στη γενική του πληθυντικού
  3. άγαρμπο, στη γενική του πληθυντικού