άγλωσσου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

άγλωσσου

  1. άγλωσσος, στη γενική του ενικού
  2. άγλωσσο, στη γενική του ενικού