άγλωσσος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άγλωσσος άγλωσση άγλωσσο
γενική άγλωσσου άγλωσσης άγλωσσου
αιτιατική άγλωσσο άγλωσση άγλωσσο
κλητική άγλωσσε άγλωσση άγλωσσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άγλωσσοι άγλωσσες άγλωσσα
γενική άγλωσσων άγλωσσων άγλωσσων
αιτιατική άγλωσσους άγλωσσες άγλωσσα
κλητική άγλωσσοι άγλωσσες άγλωσσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγλωσσος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άγλωσσος

  1. που δεν χρησιμοποιεί με ευχέρεια τη γλώσσα του, είτε από μη επαρκείς γνώσεις της είτε αφού δεν διαθέτει σε κανονικό βαθμό τη δεξιότητα της προφορικής ή γραπτής έκφρασης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]